Η μεγαλύτερη πυρκαγιά στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με έργα αποκατάστασης. Χρειάζεται ένα σχέδιο αναγέννησης των δασών για τις επόμενες γενιές.

Τρία χρόνια μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2023 στους Δήμους Αλεξανδρούπολης και Σουφλίου, αλλά και στο εμβληματικό δάσος της Δαδιάς, ο Έβρος δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει.
Η φωτιά εκείνου του Αυγούστου δεν ήταν μια ακόμη δασική πυρκαγιά. Ήταν η μεγαλύτερη που έχει καταγραφεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αφήνοντας πίσω της περισσότερα από 900.000 καμένα στρέμματα, καταστρέφοντας δάση, καλλιέργειες, φυσικά οικοσυστήματα και αλλάζοντας για πάντα το τοπίο μιας ολόκληρης περιοχής.
Ο τόπος μας δεν έχασε μόνο δέντρα. Έχασε φυσική προστασία από πλημμύρες και διάβρωση, έχασε πολύτιμη βιοποικιλότητα, έχασε καταφύγια άγριας ζωής και σημαντικούς πνεύμονες πρασίνου. Η Δαδιά, ένας από τους σημαντικότερους βιότοπους αρπακτικών πουλιών στην Ευρώπη, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή οικολογική καταστροφή, οι συνέπειες της οποίας θα γίνουν αισθητές για δεκαετίες.
Τα έργα που υλοποιούν τα δασαρχεία και οι αρμόδιες υπηρεσίες στο κεντρικό και νότιο τμήμα του Έβρου, είναι αναγκαία και σημαντικά. Τα αντιδιαβρωτικά και αντιπλημμυρικά έργα, η προστασία των εδαφών και η παρακολούθηση της φυσικής αναγέννησης αποτελούν απαραίτητες παρεμβάσεις. Όμως δεν αρκούν. Αν πραγματικά θέλουμε να ξαναδούμε τον Έβρο να πρασινίζει, χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αναγέννησης των καμένων εκτάσεων με ορίζοντα δεκαετιών και όχι με λογική διαχείρισης της επόμενης ημέρας.
Η μεγάλη συζήτηση δεν πρέπει να είναι μόνο πόσα δέντρα θα φυτευτούν, αλλά τι είδους δάσος θέλουμε να δημιουργήσουμε. Η εμπειρία από τις μεγάλες πυρκαγιές σε ολόκληρη τη Μεσόγειο έδειξε ότι τα εκτεταμένα και ομοιογενή πευκοδάση είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στη φωτιά. Όταν οι κλιματολογικές συνθήκες γίνονται ακραίες, η φωτιά εξαπλώνεται με ταχύτητα και ένταση που δύσκολα μπορεί να αναχαιτιστεί.
Για τον λόγο αυτό, οι σύγχρονες προσεγγίσεις σε χώρες όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Γαλλία δεν βασίζονται στην απλή αναπαραγωγή του ίδιου μοντέλου δάσους που κάηκε. Αντίθετα, δίνεται έμφαση στη δημιουργία μικτών και πιο ανθεκτικών οικοσυστημάτων, με δρύες, φυλλοβόλα δέντρα, κουμαριές, χαρουπιές, μουριές, πλατύφυλλα είδη και άλλες τοπικές ποικιλίες που παρουσιάζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στη φωτιά και συμβάλλουν στη δημιουργία φυσικών φραγμάτων εξάπλωσής της.
Η αναδάσωση στον Έβρο δεν πρέπει να γίνει πρόχειρα ούτε με μοναδικό κριτήριο την ταχύτητα. Χρειάζεται επιστημονική τεκμηρίωση, επιλογή κατάλληλων ειδών ανά περιοχή και αξιοποίηση της φυσικής αναγέννησης όπου αυτή εμφανίζεται.
Σε πολλές καμένες εκτάσεις η φύση έχει ήδη ξεκινήσει τη δική της διαδικασία αποκατάστασης και ο ρόλος της Πολιτείας είναι να την προστατεύσει και να την ενισχύσει. Σε άλλες περιοχές όμως, όπου η φωτιά έκαψε με ιδιαίτερα μεγάλη ένταση, απαιτούνται στοχευμένες παρεμβάσεις και οργανωμένες αναδασώσεις.
Παράλληλα, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός νέου μοντέλου πρόληψης. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η αντιμετώπιση των πυρκαγιών δεν ξεκινά όταν εμφανιστεί η πρώτη φλόγα αλλά χρόνια πριν.
Η συντήρηση δασικών δρόμων, η απομάκρυνση καύσιμης ύλης, η δημιουργία αντιπυρικών ζωνών, η ελεγχόμενη βόσκηση σε συγκεκριμένες περιοχές και η συνεχής παρακολούθηση των δασών αποτελούν κρίσιμα εργαλεία για τη μείωση του κινδύνου.
Τρία χρόνια μετά, ο Έβρος δεν έχει ανάγκη από ακόμη μία ημερίδα, μία ανακοίνωση ή μία φωτογραφία μπροστά σε ένα εργοτάξιο. Έχει ανάγκη από διεκδίκηση. Οι βουλευτές, η Περιφέρεια, οι Δήμοι, τα Επιμελητήρια και όλοι οι θεσμικοί εκπρόσωποι του τόπου οφείλουν να μετατρέψουν την αποκατάσταση των καμένων εκτάσεων σε κορυφαία πολιτική προτεραιότητα. Να απαιτήσουν περισσότερα κονδύλια, ταχύτερες εγκρίσεις, ειδικά προγράμματα αναδάσωσης και συνεχή παρουσία του κεντρικού κράτους στον Έβρο.
Η μεγαλύτερη πυρκαγιά της Ευρώπης δεν δικαιολογεί ούτε καθυστερήσεις ούτε εφησυχασμό. Αν δεν πιέσει ο ίδιος ο τόπος για το μέλλον του, κανείς άλλος δεν πρόκειται να το κάνει στη θέση του.
Όπως ιδιαίτερα σημαντική είναι και η ενεργή συμμετοχή της κοινωνίας. Σχολεία, σύλλογοι, εθελοντικές οργανώσεις, επιχειρήσεις και πολίτες μπορούν να συμβάλουν σε μια μεγάλη εκστρατεία αναγέννησης του Έβρου. Όχι μέσα από συμβολικές δενδροφυτεύσεις μιας ημέρας, αλλά μέσα από ένα οργανωμένο πρόγραμμα παρακολούθησης, προστασίας και φροντίδας των νέων φυτεύσεων για πολλά χρόνια.
Τρία χρόνια μετά, ο Έβρος δεν χρειάζεται μόνο να θυμάται την καταστροφή. Χρειάζεται να σχεδιάζει την επόμενη μέρα.
Η μεγαλύτερη πυρκαγιά της Ευρώπης δεν πρέπει να αφήσει πίσω της μόνο στάχτες και αναμνήσεις. Πρέπει να γίνει η αφορμή για τη δημιουργία ενός νέου, πιο ανθεκτικού, πιο σύγχρονου και πιο ασφαλούς δασικού περιβάλλοντος.
Τοιουτοτρόπως το πραγματικό στοίχημα δεν είναι να ξαναβγούν απλώς δέντρα στις καμένες πλαγιές του Έβρου. Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε δάση που θα μπορέσουν να αντέξουν στις προκλήσεις των επόμενων δεκαετιών και να παραδοθούν ζωντανά στις επόμενες γενιές.
Ο.Ρ.

