Η όδευση τυφλών δεν είναι αισθητική παρέμβαση για φωτογραφίες έργων. Είναι εργαλείο ζωής και ασφαλούς μετακίνησης για ΑμεΑ.
Υπάρχουν κάποιες λεπτομέρειες μέσα σε μια πόλη που για τους περισσότερους περνούν απαρατήρητες. Για κάποιους άλλους όμως, είναι ο τρόπος με τον οποίο κινούνται, προσανατολίζονται και αισθάνονται ασφαλείς μέσα στον δημόσιο χώρο.
Μία από αυτές είναι η όδευση τυφλών.
Τα ειδικά ανάγλυφα πλακάκια στα πεζοδρόμια δεν τοποθετούνται για αισθητικούς λόγους. Δεν είναι «μοντέρνο σχέδιο» αστικής ανάπλασης ούτε χρωματική παρέμβαση για να φαίνεται πιο «ευρωπαϊκό» ένα έργο. Είναι μια γλώσσα προσανατολισμού για ανθρώπους με προβλήματα όρασης. Μια γλώσσα με συγκεκριμένους κανόνες, λογική συνέχεια και σαφή μηνύματα.
Τα πλακάκια με τις γραμμές υποδεικνύουν κατεύθυνση.
Τα πλακάκια με τις κουκκίδες προειδοποιούν για στάση, εμπόδιο, αλλαγή πορείας ή πιθανό κίνδυνο.
Όταν όμως αυτή η γλώσσα χρησιμοποιείται χωρίς συνοχή, χωρίς συνέχεια και χωρίς πραγματική μελέτη λειτουργικότητας, τότε η προσβασιμότητα μετατρέπεται σε ψευδαίσθηση.
Στην αρχή του πεζοδρόμου της Νικηφόρου Φωκά στην Αλεξανδρούπολη, η εικόνα που αντικρίζει κανείς προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Η όδευση μοιάζει να σταματά απότομα, να αλλάζει κατεύθυνση χωρίς λόγο και να δημιουργεί αντιφατικά «σήματα» για έναν άνθρωπο που βασίζεται αποκλειστικά στην αφή και στο λευκό μπαστούνι του για να κινηθεί.
Και το πιο σημαντικό: το πρόβλημα αυτό δεν το εντόπισε κάποιος «ειδικός του Facebook». Το καυτηρίασε συμπολίτης μας με προβλήματα όρασης, άνθρωπος που βιώνει καθημερινά τι σημαίνει πραγματική ή ψεύτικη προσβασιμότητα.
Διότι μια λάθος όδευση τυφλών δεν είναι απλώς τεχνική αστοχία. Είναι πιθανός κίνδυνος. Είναι σύγχυση. Είναι ψευδής αίσθηση ασφάλειας.
Προκαλεί επίσης εύλογες απορίες το πώς μια τέτοια διάταξη όδευσης τυφλών που έγινε πριν χρόνια, κρίθηκε αποδεκτή σε επίπεδο μελέτης, κατασκευής και παραλαβής του έργου. Γιατί δεν διορθώθηκε; Πώς οι μηχανικοί που σχεδίασαν και υλοποίησαν την παρέμβαση θεώρησαν λειτουργική αυτή την αποσπασματική και αντιφατική σήμανση; Και ακόμη περισσότερο, πώς οι αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες και οι μηχανικοί του Δήμου που παρέλαβαν το έργο αποδέχθηκαν μια όδευση χωρίς σαφή συνέχεια και λογική συνοχή; Ελέγχθηκε στην πράξη η λειτουργικότητά της από ανθρώπους που γνωρίζουν τις προδιαγραφές προσβασιμότητας ή αντιμετωπίστηκε απλώς ως ένα ακόμη “υποχρεωτικό στοιχείο” μέσα σε μια αστική ανάπλαση; Γιατί η προσβασιμότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με όρους διακόσμησης ή τυπικής συμμόρφωσης. Απαιτεί γνώση, ευθύνη και – πάνω απ’ όλα – σεβασμό στους ανθρώπους που εξαρτώνται καθημερινά από αυτήν.
Η σύγχρονη πόλη δεν κρίνεται μόνο από τα καινούργια πλακάκια, τους φωτισμούς και τις φωτογραφίες εγκαινίων. Κρίνεται από το αν μπορεί να εξυπηρετήσει ισότιμα όλους τους πολίτες της. Και κυρίως αυτούς που έχουν περισσότερο ανάγκη έναν δημόσιο χώρο λειτουργικό, ασφαλή και ανθρώπινο.
Γιατί η προσβασιμότητα δεν είναι βιτρίνα έργου.
Είναι δείκτης πολιτισμού.
Ο.Ρ.

