Πινακίδες με λογότυπο του δήμου δείχνουν… τουαλέτες που δεν λειτουργούν: Μια εικόνα που προσβάλλει την Αλεξανδρούπολη!
Στην πλατεία του Φάρου, ένα από τα πλέον εμβληματικά και πολυσύχναστα σημεία της Αλεξανδρούπολης, αποτυπώνεται με σχεδόν συμβολικό τρόπο ένα ευρύτερο πρόβλημα διοίκησης: η απόσταση ανάμεσα στην εικόνα και την πραγματικότητα.
Η επίσημη πινακίδα του Δήμου καλωσορίζει τον επισκέπτη.
Αναφέρεται σε μια «αναβαθμισμένη παραλιακή ζώνη», υλοποιημένη με τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και προσκαλεί κατοίκους και επισκέπτες να απολαύσουν «αξέχαστες βόλτες» δίπλα στη θάλασσα. Στο ίδιο σημείο, η σήμανση κατευθύνει προς δημοτικές τουαλέτες — μάλιστα με πρόβλεψη προσβασιμότητας για άτομα με αναπηρία.
Λίγα μέτρα πιο πέρα, όμως, η πραγματικότητα διαψεύδει την αφήγηση:
οι συγκεκριμένες εγκαταστάσεις παραμένουν κλειστές και σφραγισμένες από τον Ιούνιο του προηγούμενου έτους.
Η αντίφαση δεν είναι απλώς λειτουργική. Είναι βαθιά πολιτική.
Διότι δεν αφορά μόνο μια κλειστή πόρτα, αλλά το πώς αντιλαμβάνεται η δημοτική αρχή τη σχέση της με τον δημότη και τον επισκέπτη: ως σχέση ουσίας ή ως σχέση εικόνας.
Οι δημόσιες τουαλέτες αποτελούν ίσως την πιο βασική — και ταυτόχρονα πιο αποκαλυπτική — υποδομή μιας πόλης.
Δεν είναι έργο βιτρίνας, ούτε προσφέρεται για επικοινωνιακή αξιοποίηση. Είναι, όμως, δείκτης πολιτισμού, υγειονομικής ευθύνης και σεβασμού προς τον άνθρωπο.
Η απουσία τους πλήττει πρώτα και κύρια τους πιο ευάλωτους: ηλικιωμένους, οικογένειες με μικρά παιδιά, άτομα με κινητικές δυσκολίες.
Και όταν η απουσία αυτή συνυπάρχει με επίσημη σήμανση που υποδηλώνει το αντίθετο, τότε η αστοχία μετατρέπεται σε θεσμική ανακολουθία.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο ότι οι τουαλέτες δεν λειτουργούν.
Είναι ότι η πόλη εμφανίζεται να παρέχει υπηρεσίες που στην πράξη δεν προσφέρει.
Αυτή η διάσταση — ανάμεσα στο τι «δηλώνεται» και στο τι «ισχύει» — υπονομεύει την αξιοπιστία της δημοτικής αρχής.
Διότι ο δημόσιος χώρος δεν είναι σκηνικό. Δεν είναι πεδίο αφηγήσεων, αλλά πεδίο εμπειρίας. Και η εμπειρία του πολίτη δεν καθορίζεται από τις πινακίδες, αλλά από τη λειτουργία των υποδομών.
Σε μια εποχή όπου οι πόλεις επενδύουν στην ποιότητα ζωής και στην αυθεντικότητα της εμπειρίας που προσφέρουν, τέτοιες αντιφάσεις αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα.
Δεν πρόκειται για μια λεπτομέρεια που μπορεί να αγνοηθεί, αλλά για έναν καθρέφτη διοίκησης του Δήμου της Αλεξανδρούπολης.
Διότι τελικά, η εικόνα μιας πόλης δεν κρίνεται από το πώς καλωσορίζει, αλλά από το πώς εξυπηρετεί.
Και στην περίπτωση της Αλεξανδρούπολης, το ερώτημα που αναδύεται είναι απλό, αλλά ουσιώδες:
Πρόκειται για μια προσωρινή αδυναμία — ή για μια μόνιμη λάθος επιλογή προτεραιοτήτων;

