Με την τιμή να απειλεί ξανά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, η Βόρεια Ελλάδα πληρώνει βαρύτερο λογαριασμό.- Οι κυβερνητικές παρεμβάσεις, η φορολογία και η ανάγκη μιας συλλογικής ευρωπαϊκής απάντησης για ένα βασικό κοινωνικό αγαθό.
Ο φετινός χειμώνας έρχεται με έναν ακόμη δύσκολο λογαριασμό για τα ελληνικά νοικοκυριά. Η διάθεση του πετρελαίου θέρμανσης αρχίζει στις 15 Οκτωβρίου και η κυβέρνηση έχει θέσει ως στόχο η τιμή εκκίνησης να διαμορφωθεί κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο, επιχειρώντας να ανακόψει τη μεταφορά της διεθνούς ενεργειακής κρίσης στην τσέπη του καταναλωτή.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι ίδιο σε ολόκληρη τη χώρα.
Άλλος χειμώνας στον Έβρο, άλλος στην Κρήτη
Για ένα νοικοκυριό στον Έβρο, στη Φλώρινα, στην Καστοριά ή σε άλλες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, η θέρμανση δεν αποτελεί επιλογή μερικών εβδομάδων. Αποτελεί ανάγκη πολλών μηνών.
Στα 1,70 ευρώ το λίτρο, η αγορά 1.000 λίτρων σημαίνει 1.700 ευρώ. Για 1.500 λίτρα, 2.550 ευρώ και για 2.000 λίτρα, 3.400 ευρώ. Ποσά που πρέπει να προστεθούν σε έναν οικογενειακό προϋπολογισμό ήδη επιβαρυμένο από τρόφιμα, ηλεκτρική ενέργεια και το συνολικό κόστος ζωής.
Γι’ αυτό και η γεωγραφική διάσταση πρέπει να αποτελεί βασικό κριτήριο κάθε επιπλέον κλιμακούμενης πολιτικής στήριξης. Η ίδια τιμή ανά λίτρο δεν σημαίνει το ίδιο πραγματικό κόστος για τον κάτοικο της Αλεξανδρούπολης ή του Σουφλίου και για έναν πολίτη μιας περιοχής με ηπιότερο χειμώνα.

Οι πόλεμοι φτάνουν μέχρι το καλοριφέρ
Η σημερινή εκτίναξη του ενεργειακού κόστους δεν γεννήθηκε στην Ελλάδα. Οι πολεμικές συγκρούσεις και οι αναταράξεις στον Περσικό Κόλπο έχουν προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου, ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία εξακολουθεί να επηρεάζει τις ενεργειακές ροές, τα διυλιστήρια και την προσφορά καυσίμων.
Την 1η Οκτωβρίου το Brent ξεπέρασε και πάλι τα 100 δολάρια το βαρέλι, σε μια αγορά όπου οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι και οι περιορισμοί στην προσφορά παραμένουν καθοριστικοί.
Οι διεθνείς αιτίες, όμως, εξηγούν το πρόβλημα. Δεν απαλλάσσουν τις κυβερνήσεις —ούτε την Ευρώπη— από την υποχρέωση να αναζητήσουν τρόπους περιορισμού των συνεπειών του.
Το βάρος των φόρων
Ένα από τα εργαλεία βρίσκεται στη φορολογία. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο προβλέπει ελάχιστο Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης μόλις 21 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, δηλαδή 2,1 λεπτά ανά λίτρο.
Η Αθήνα έχει ήδη θέσει στις Βρυξέλλες το ζήτημα μεγαλύτερης ευρωπαϊκής ευελιξίας, ενώ στο κυβερνητικό σχέδιο εξετάζονται παρεμβάσεις που θα συγκρατήσουν την τιμή πριν φτάσει στον καταναλωτή.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία: είναι προτιμότερο να περιορίζεται εξαρχής η τιμή ή να πληρώνει πρώτα ακριβά ο πολίτης και στη συνέχεια να επιχειρεί το κράτος να επιστρέψει ένα μέρος της επιβάρυνσης μέσω επιδομάτων;
Μια ευρωπαϊκή απάντηση
Η ενεργειακή κρίση δεν γνωρίζει σύνορα. Γι’ αυτό και θα μπορούσε να εξεταστεί ένας έκτακτος ευρωπαϊκός μηχανισμός ενεργειακής αλληλεγγύης, μέσω του οποίου θα χρηματοδοτούνται τα κράτη-μέλη για στοχευμένες μειώσεις του κόστους θέρμανσης.
Η Ευρώπη απέδειξε στην πανδημία ότι, όταν αντιμετωπίζει μια εξαιρετική και εξωγενή κρίση, μπορεί να δημιουργήσει κοινά χρηματοδοτικά εργαλεία. Δεν πρόκειται για ίδιες κρίσεις ούτε για αντιγραφή εκείνου του μοντέλου. Η αρχή, όμως, παραμένει επίκαιρη: ένα πρόβλημα που υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα απαιτεί και κοινή απάντηση.
Με ιδιαίτερη μέριμνα για τα χαμηλότερα εισοδήματα και τις ψυχρότερες περιοχές της Ευρώπης.
Διότι εκ των πραγμάτων η θέρμανση, όπως και το νερό, δεν είναι είδος πολυτελείας. Είναι βασική κοινωνική ανάγκη. Και σε έναν δύσκολο χειμώνα το ζητούμενο δεν είναι απλώς πόσο θα κοστίζει ένα λίτρο πετρέλαιο.
Είναι πόσοι συμπατριώτες μας θα μπορούν πραγματικά να το αγοράσουν, για να εξασφαλίσουν λίγη ζεστασιά στα σπίτια τους τον χειμώνα .
Ο.Ρ.

