Η περίπτωση αστικής αναζωογόνησης της Αλεξανδρούπολης, όπου μια σύμβαση 6,83 εκατ. ευρώ έφτασε στα 12,31 εκατ., προκαλεί συζήτηση για τις αυξήσεις του κόστους, την αξιοπιστία των μελετών και το κατά πόσο οι αναπλάσεις ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών.
Στην Ελλάδα, η ιστορία ενός δημόσιου έργου δεν ολοκληρώνεται πάντοτε με την υπογραφή της αρχικής σύμβασης. Συχνά, εκεί αρχίζει ένα δεύτερο, λιγότερο ορατό κεφάλαιο: οι ανακεφαλαιωτικοί πίνακες εργασιών, οι συμπληρωματικές συμβάσεις, οι αναθεωρήσεις τιμών και οι παρατάσεις που μπορούν να μεταβάλουν σημαντικά τα αρχικά οικονομικά δεδομένα.
Η διαδικασία αυτή δεν είναι κατ’ ανάγκην παράτυπη. Η νομοθεσία προβλέπει τη δυνατότητα τροποποίησης των συμβάσεων όταν προκύπτουν πρόσθετες ανάγκες ή συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Άλλωστε, ένα τεχνικό έργο δεν εκτελείται πάντοτε σε συνθήκες απόλυτης προβλεψιμότητας.
Το ουσιαστικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: Πότε μια αύξηση του κόστους αποτελεί δικαιολογημένη τεχνική αναγκαιότητα και πότε αποκαλύπτει αδυναμίες στον αρχικό σχεδιασμό;
Η απάντηση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην Αλεξανδρούπολη, όπου η εξέλιξη της σύμβασης για την αστική αναζωογόνηση του βόρειου τμήματος της πόλης έχει προκαλέσει έντονη δημόσια συζήτηση.
Από τα 6,83 στα 12,31 εκατομμύρια ευρώ
Το έργο «Αστική Αναζωογόνηση Βορείου Τμήματος Αλεξανδρούπολης και Επέκταση Δικτύου Ποδηλατοδρόμων» δημοπρατήθηκε με προϋπολογισμό περίπου 12,31 εκατ. ευρώ. Το έργο αφορούσε παρεμβάσεις αστικής αναζωογόνησης σε σύνολο πέντε οδών που βρίσκονται στο βόρειο τμήμα της πόλης: Θράκης, Ανδρονίκου, Κονδύλη, Ηροδότου και Αγ. Δημητρίου. Επίσης αναγέννηση/ανάπλαση της οδού Εθνικής Αντιστάσεως από την οδό Λ. Δημοκρατίας έως την οδό Ι. Καβύρη και επέκταση ποδηλατοδρόμου οδού Παπαναστασίου (εφαρμογή νέου ποδηλατοδρόμου) , καθώς επέκταση ποδηλατοδρόμου και αναμόρφωση πεζοδρομίων και λοιπού αστικού εξοπλισμού επί της οδού Λ. Δημοκρατίας – Λ. Μάκρης από την οδό Βιζυηνού έως της οδό Κουταβού.
Τον Δεκέμβριο του 2022 ανατέθηκε με έκπτωση 45,67%, με αποτέλεσμα το αρχικό συμβατικό τίμημα να διαμορφωθεί στα 6,83 εκατ. ευρώ.
Σχεδόν τέσσερα χρόνια αργότερα, με τον τέταρτο Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Εργασιών και τη δεύτερη τροποποίηση της σύμβασης, η συνολική συμβατική δαπάνη διαμορφώθηκε, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία, στα 12.306.355,52 ευρώ.
Πρόκειται για αύξηση περίπου 5,47 εκατ. ευρώ ή 80% σε σχέση με την αρχική σύμβαση.
Η οικονομική αυτή εξέλιξη έχει μια ιδιαίτερη διάσταση: το νέο συνολικό ποσό προσεγγίζει τον αρχικό προϋπολογισμό δημοπράτησης, πριν από την έκπτωση που είχε προσφέρει ο ανάδοχος.
Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η έκπτωση καταργήθηκε ή ότι παραβιάστηκε η νομοθεσία. Σημαίνει όμως ότι η οικονομική εξέλιξη της σύμβασης χρειάζεται αναλυτική εξήγηση, ιδίως ως προς το είδος και το κόστος των πρόσθετων εργασιών.

Η έκπτωση του διαγωνισμού και οι νέες εργασίες
Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά των δημοσίων διαγωνισμών είναι ο ανταγωνισμός μεταξύ των οικονομικών φορέων.
Οι υποψήφιοι ανάδοχοι καταθέτουν τις προσφορές τους βάσει συγκεκριμένων μελετών, ποσοτήτων εργασιών και τεχνικών προδιαγραφών. Η οικονομική προσφορά αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ανάθεση.
Όταν όμως το αντικείμενο της αρχικής σύμβασης μεταβάλλεται σημαντικά, δημιουργείται ένα εύλογο ζήτημα: κατά πόσο το έργο που τελικά εκτελείται αντιστοιχεί, από τεχνική και οικονομική άποψη, σε εκείνο για το οποίο διαγωνίστηκαν οι ενδιαφερόμενες εταιρείες;
Στην περίπτωση της Αλεξανδρούπολης, οι παρατάξεις της αντιπολίτευσης έθεσαν ζήτημα προστασίας του ανταγωνισμού, επισημαίνοντας ότι στον αρχικό διαγωνισμό είχαν συμμετάσχει συνολικά δώδεκα εταιρείες.
Από την πλευρά της δημοτικής αρχής, ο αρμόδιος αντιδήμαρχος υποστήριξε ότι η έκπτωση 45,67% εξακολουθεί να εφαρμόζεται στη συμπληρωματική σύμβαση και ότι η επιλογή αυτή είναι οικονομικά συμφερότερη από μια νέα δημοπράτηση, όπου, σύμφωνα με την εκτίμησή του, οι προσφερόμενες εκπτώσεις είναι μικρότερες.
Η αντιπαράθεση αυτή δεν μπορεί να κριθεί αποκλειστικά από τα ποσοστά. Χρειάζεται εξέταση των επιμέρους τιμολογίων, των νέων εργασιών και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες εγκρίθηκαν.
Ο Ν. 4412/2016 προβλέπει συγκεκριμένους μηχανισμούς τροποποίησης των δημοσίων συμβάσεων έργων.
Το άρθρο 156 ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών, τις αυξομειώσεις ποσοτήτων και τον καθορισμό νέων τιμών. Προβλέπει επίσης προϋποθέσεις, διαδικασίες εγκρίσεων και όρια για συγκεκριμένες κατηγορίες τροποποιήσεων.
Επομένως, το συνολικό ποσοστό αύξησης μιας σύμβασης δεν αρκεί για να αποδείξει ότι παραβιάστηκε κάποιο νόμιμο όριο. Πρέπει να διαχωριστούν οι πρόσθετες εργασίες από τις αναθεωρήσεις τιμών, τις μεταβολές ποσοτήτων και τις υπόλοιπες δαπάνες.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο ζήτημα, εξίσου σημαντικό με τη νομιμότητα: η ποιότητα των αρχικών μελετών.
Μια μελέτη οφείλει να αποτυπώνει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τις τεχνικές ανάγκες και τις προβλεπόμενες εργασίες. Εάν κατά την κατασκευή εμφανίζονται επανειλημμένα νέες ανάγκες, είναι εύλογο να εξετάζεται ποιες ήταν απρόβλεπτες και ποιες θα μπορούσαν να είχαν εντοπιστεί νωρίτερα.
Στο συγκεκριμένο έργο, μεταξύ των πρόσθετων παρεμβάσεων που αναφέρθηκαν περιλαμβάνονται η διαπλάτυνση γέφυρας, η επέκταση ποδηλατοδρόμου και πεζοδρόμου, η εγκατάσταση βυθιζόμενων κάδων, φυτεύσεις και έργα υποδομών.
Το αν οι παρεμβάσεις αυτές ήταν τεχνικά αναγκαίες, αν μπορούσαν να προβλεφθούν εξαρχής και αν κοστολογήθηκαν ορθά αποτελεί αντικείμενο τεχνικού και οικονομικού ελέγχου.
Το πραγματικό κόστος και η λογοδοσία
Η συζήτηση για τα δημόσια έργα συχνά περιορίζεται στον προϋπολογισμό, στην αρχική έκπτωση και στην αξία των συμβατικών τροποποιήσεων.
Ωστόσο, για τον πολίτη υπάρχει μια ακόμη ουσιαστική διάσταση: πόσα χρήματα έχουν πραγματικά καταβληθεί, ποιες εργασίες έχουν ολοκληρωθεί και ποιο ποσό απομένει μέχρι την οριστική παραλαβή.
Η εγκεκριμένη συμβατική δαπάνη δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με τις πληρωμές που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί ούτε με το τελικό απολογιστικό κόστος.
Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη για την αξιολόγηση κάθε έργου.
Στην περίπτωση της αστικής αναζωογόνησης της Αλεξανδρούπολης, η πλήρης εικόνα προϋποθέτει δημοσιοποίηση των αναλυτικών οικονομικών στοιχείων, της πορείας των πιστοποιήσεων και του επικαιροποιημένου χρονοδιαγράμματος ολοκλήρωσης.
Εξίσου σημαντική είναι η αποτύπωση της χρηματοδότησης. Το γεγονός ότι ένα έργο χρηματοδοτείται από κρατικούς ή άλλους δημόσιους πόρους δεν μειώνει την ανάγκη λογοδοσίας. Τα χρήματα αυτά παραμένουν δημόσιοι πόροι, των οποίων η αξιοποίηση πρέπει να ελέγχεται.
Πέρα από το οικονομικό κόστος και τις συμβατικές τροποποιήσεις, υπάρχει ένα ακόμη ερώτημα που συχνά απουσιάζει από τη δημόσια συζήτηση: Ποιος αποφασίζει ποιες παρεμβάσεις χρειάζεται πραγματικά μια πόλη και με ποια κριτήρια καθορίζονται οι προτεραιότητες;
Οι αναπλάσεις δρόμων, οι διαπλατύνσεις πεζοδρομίων, οι ποδηλατόδρομοι και οι αλλαγές στην κυκλοφορία δεν αποτελούν απλώς τεχνικές παρεμβάσεις. Επηρεάζουν την καθημερινότητα των κατοίκων, την πρόσβαση στις κατοικίες, τη λειτουργία των επιχειρήσεων, τη στάθμευση και τη συνολική κινητικότητα μέσα στην πόλη.
Γι’ αυτό και ο σχεδιασμός τους δεν μπορεί να εξαντλείται στις αποφάσεις των τεχνικών υπηρεσιών και των διοικήσεων. Χρειάζεται ουσιαστικός διάλογος με την τοπική κοινωνία, ιδιαίτερα με τους ανθρώπους που ζουν και δραστηριοποιούνται στις περιοχές όπου εκτελούνται τα έργα.
Στην Αλεξανδρούπολη, όπου οι αστικές αναπλάσεις μεταβάλλουν ήδη την εικόνα και τη λειτουργία συγκεκριμένων δρόμων, είναι εύλογο να αναζητηθούν απαντήσεις: Προηγήθηκε ουσιαστική διαβούλευση; Καταγράφηκαν οι ανάγκες των κατοίκων και των επαγγελματιών; Εξετάστηκαν εναλλακτικές λύσεις; Αξιολογήθηκαν οι συνέπειες στην κυκλοφορία και στη στάθμευση;
Κυρίως, όμως, υπάρχει ένα βαθύτερο ζήτημα προτεραιοτήτων.
Σχεδιάζονται τα έργα επειδή έχουν διαπιστωθεί συγκεκριμένες ανάγκες ή προσαρμόζονται οι ανάγκες της πόλης στις διαθέσιμες χρηματοδοτήσεις;
Η εξασφάλιση χρηματοδότησης αποτελεί ασφαλώς σημαντική επιτυχία για κάθε δήμο. Δεν μπορεί όμως να αποτελεί από μόνη της επαρκή αιτιολόγηση για την υλοποίηση μιας παρέμβασης. Ούτε η απορρόφηση κονδυλίων αποτελεί αυτοτελές κριτήριο επιτυχίας.
Ένα έργο οφείλει να αξιολογείται όχι μόνο με βάση τα χρήματα που δαπανήθηκαν, αλλά κυρίως με βάση τα προβλήματα που έλυσε, τις ανάγκες που κάλυψε και την ποιότητα ζωής που προσέφερε.
Διότι το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι να αλλάξει απλώς η εικόνα μιας πόλης. Είναι να βελτιωθεί η ζωή των ανθρώπων που κατοικούν σε αυτήν.
Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να γίνονται έργα, αλλά να σχεδιάζονται σωστά
Οι πόλεις χρειάζονται σύγχρονες υποδομές, ασφαλείς δρόμους, προσβάσιμα πεζοδρόμια, ποδηλατοδρόμους και αναβαθμισμένους δημόσιους χώρους.
Η αναγκαιότητα αυτών των παρεμβάσεων, ωστόσο, δεν καταργεί την υποχρέωση οικονομικής διαφάνειας.
Αντιθέτως, όσο μεγαλύτερο είναι το ύψος μιας δημόσιας επένδυσης τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη να γνωρίζουν οι πολίτες τι ακριβώς σχεδιάστηκε, τι τελικά κατασκευάζεται, γιατί μεταβλήθηκε το αρχικό αντικείμενο και πόσο θα κοστίσει.
Η περίπτωση της Αλεξανδρούπολης προσφέρει μια ευκαιρία για μια ευρύτερη συζήτηση σχετικά με τον τρόπο σχεδιασμού και υλοποίησης των δημοσίων έργων.
Διότι η επιτυχία ενός έργου δεν αποτυπώνεται μόνο στην ολοκλήρωσή του ή στην εικόνα που παρουσιάζει μετά την παράδοση.
Αποτυπώνεται και στην ποιότητα του σχεδιασμού, στην αξιοπιστία του προϋπολογισμού, στην τήρηση των διαδικασιών και στην αποτελεσματική αξιοποίηση κάθε ευρώ δημόσιου χρήματος.
Και τελικά, το ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί ένα έργο που ξεκίνησε με 6,83 εκατ. ευρώ έφθασε σε συμβατική δαπάνη 12,31 εκατ. Ευρώ, που είναι ο αρχικός προϋπολογισμός.
Είναι αν οι αρμόδιοι μπορούν να τεκμηριώσουν, με συγκεκριμένα στοιχεία στους πολίτες, ότι κάθε πρόσθετο ευρώ ήταν πρακτικά αναγκαίο και οικονομικά δικαιολογημένο.
Ο.Ρ.

