Close

Ο δρόμος που ξέχασε η Ελλάδα

Από το Ελσίνκι στο Ορμένιο – Αλεξανδρούπολη, μια χαμένη ευκαιρία 34 ετών – Έβρος: Πληρώνει διόδια, χάνει κάρτες ελεύθερης διέλευσης και περιμένει ακόμη τον πανευρωπαϊκό διάδρομο της Βόρειας Ελλάδας που έμεινε εκτός αναβάθμισης.

Την στιγμή που η «Νέα Εγνατία Οδός» προχωρά στην κατάργηση των καρτών ελεύθερης διέλευσης για σημαντικό αριθμό μονίμων κατοίκων του Έβρου στους σταθμούς διοδίων Αρδανίου και Μέστης, χωρίς να συνοδεύει αυτή την επιλογή με κάποιο ουσιαστικό αναπτυξιακό αντιστάθμισμα για την περιοχή, παραμένει εκτός του σχεδιασμού της η αναβάθμιση του στρατηγικής σημασίας κάθετου άξονα Αλεξανδρούπολη–Ορμένιο.
Εύλογα, λοιπόν, τίθεται το ερώτημα με ποια κριτήρια αντιμετωπίζεται η ακριτική Θράκη και ειδικά ο Έβρος, από την κοινοπραξία που έχει αναλάβει τη διαχείριση του σημαντικότερου οδικού δικτύου της Βόρειας Ελλάδας. Πώς είναι δυνατόν να αναλαμβάνονται έργα αναβάθμισης σε άλλους κάθετους άξονες διεθνούς διασύνδεσης, ενώ ο μοναδικός διάδρομος που αποτελεί τμήμα του Πανευρωπαϊκού Άξονα Ελσίνκι–Αλεξανδρούπολη εξακολουθεί να παραμένει εκτός επενδυτικού σχεδιασμού;

Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη καταγράφονται έντονες αντιδράσεις από πολίτες, επαγγελματίες και παραγωγικούς φορείς του Έβρου, οι οποίοι ζητούν την παρέμβαση της Πολιτείας, τόσο για την επανεξέταση της απόφασης κατάργησης των καρτών ελεύθερης διέλευσης όσο και για τη δρομολόγηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου αναβάθμισης του άξονα Αλεξανδρούπολη–Ορμένιο, ενός έργου που εδώ και δεκαετίες παραμένει ανεκπλήρωτη εθνική και ευρωπαϊκή υποχρέωση.
Η συζήτηση αυτή δεν αφορά μόνο το ζήτημα των διοδίων ούτε περιορίζεται σε ένα ακόμη περιφερειακό αίτημα. Αφορά τη συνολική θέση του Έβρου στον εθνικό σχεδιασμό υποδομών και, κυρίως, τη συνέπεια με την οποία η χώρα αντιμετωπίζει μία περιοχή που τα τελευταία χρόνια προβάλλεται ως στρατηγικός κόμβος μεταφορών, ενέργειας και γεωπολιτικής σημασίας.
Ο κάθετος άξονας Αλεξανδρούπολη–Ορμένιο δεν αποτελεί έναν συνηθισμένο επαρχιακό δρόμο. Είναι το ελληνικό τμήμα του Πανευρωπαϊκού Διαδρόμου ΙΧ, του άξονα που σχεδιάστηκε για να συνδέσει το Ελσίνκι με το Αιγαίο και να δημιουργήσει έναν ενιαίο διάδρομο μεταφορών από τη Βαλτική έως την Αλεξανδρούπολη.
Η σημασία του είχε αναγνωριστεί ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το 1992, κατά τον αρχικό σχεδιασμό του έργου, προβλεπόταν η κατασκευή ενός σύγχρονου αυτοκινητοδρόμου με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, κεντρικό διαχωριστικό διάζωμα, μπάρες ασφαλείας, ανισόπεδους κόμβους και προδιαγραφές αντίστοιχες εκείνων που εφαρμόζονται στους μεγάλους ευρωπαϊκούς οδικούς διαδρόμους.
Η φιλοσοφία του σχεδιασμού ήταν σαφής: η Αλεξανδρούπολη θα αποτελούσε τη νότια πύλη ενός διεθνούς διαδρόμου που θα συνέδεε τη Βόρεια Ευρώπη με το Αιγαίο και θα λειτουργούσε ως κόμβος εμπορίου, διαμετακόμισης και ανάπτυξης.
Ωστόσο, το έργο δεν υλοποιήθηκε ποτέ με τις αρχικές του προδιαγραφές. Αντί ενός σύγχρονου αυτοκινητοδρόμου, κατασκευάστηκε ένας οδικός άξονας περιορισμένων δυνατοτήτων, χωρίς ενιαία χαρακτηριστικά κλειστού αυτοκινητοδρόμου και χωρίς τη χωρητικότητα που απαιτούν οι σημερινές διεθνείς μεταφορικές και εμπορευματικές ανάγκες. Κι όμως, τριάντα και πλέον χρόνια αργότερα, οι εξελίξεις μοιάζουν να δικαιώνουν απόλυτα εκείνον τον αρχικό σχεδιασμό.
Η Αλεξανδρούπολη αναδεικνύεται σταδιακά σε έναν από τους σημαντικότερους κόμβους της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Το λιμάνι της αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία στις εμπορευματικές μεταφορές, στις ενεργειακές διασυνδέσεις και στη στρατιωτική κινητικότητα, ενώ οι νέες γεωπολιτικές συνθήκες αναβαθμίζουν τον ρόλο της περιοχής ως εναλλακτικής πύλης πρόσβασης προς τα Βαλκάνια και τη Βόρεια Ευρώπη.
Ταυτόχρονα, ο άξονας Αλεξανδρούπολη–Ορμένιο δεν είναι απλώς ένα ανολοκλήρωτο αναπτυξιακό έργο. Είναι ένας δρόμος πάνω στον οποίο έχουν χαθεί ανθρώπινες ζωές. Ένας δρόμος που σχεδιάστηκε ως αυτοκινητόδρομος ευρωπαϊκών προδιαγραφών, αλλά παρέμεινε ημιτελής, πληρώνοντας διαχρονικά το τίμημα αυτής της υστέρησης σε επίπεδο οδικής ασφάλειας. Κάθε νέο τροχαίο υπενθυμίζει ότι η αναβάθμιση του άξονα δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακή επιλογή, αλλά και υποχρέωση απέναντι στους πολίτες που τον διασχίζουν καθημερινά.
Την ίδια στιγμή, η σύμβαση παραχώρησης της Εγνατίας Οδού στην κοινοπραξία (ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ – Egis), προβλέπει την ανάληψη λειτουργίας, συντήρησης και αναβάθμισης τριών σημαντικών κάθετων αξόνων συνολικού μήκους περίπου 225 χιλιομέτρων: του άξονα Σιάτιστα–Κρυσταλλοπηγή προς την Αλβανία, του άξονα Θεσσαλονίκη–Σέρρες–Προμαχώνας προς τη Βουλγαρία και του άξονα Χαλάστρα–Εύζωνοι προς τη Βόρεια Μακεδονία.
Μάλιστα, στο πλαίσιο της παραχώρησης προβλέπονται ουσιαστικές παρεμβάσεις αναβάθμισης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μετατροπή του τμήματος Χαλάστρα–Εύζωνοι σε σύγχρονο κλειστό αυτοκινητόδρομο με πλήρεις προδιαγραφές ασφάλειας. Συγχρόνως, ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι, ενώ η κοινοπραξία (ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ – Egis) που διαχειρίζεται πλέον την Εγνατία Οδό ανέλαβε τη λειτουργία, συντήρηση και αναβάθμιση άλλων κάθετων αξόνων διεθνούς σημασίας, ο άξονας Αλεξανδρούπολη–Ορμένιο έμεινε εκτός του σχεδιασμού της. Τι ήθελαν να αποφύγουν, τα έξοδα; Πως δέχθηκε αυτή την εξαίρεση η κυβέρνηση; Και γιατί, αντί να ενταχθεί σε έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό διαχείρισης και αναβάθμισης, δημιουργείται η εντύπωση ότι το βάρος της συντήρησής του μεταφέρεται σταδιακά προς την Περιφέρεια, σαν να πρόκειται για μια αμιγώς τοπική υπόθεση και όχι για ένα έργο εθνικής και ευρωπαϊκής σημασίας;

Και εδώ ανακύπτει το καίριο ερώτημα: γιατί ο κάθετος άξονας Αλεξανδρούπολη–Ορμένιο, μήκους 124 χιλιομέτρων, δεν περιλήφθηκε σε αυτόν τον σχεδιασμό;
Γιατί ένας διάδρομος που αποτελεί τμήμα του Πανευρωπαϊκού Άξονα Ελσίνκι–Αλεξανδρούπολη, που συνδέεται άμεσα με ένα λιμάνι στρατηγικής σημασίας για την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, εξακολουθεί να παραμένει εκτός των μεγάλων επενδυτικών προτεραιοτήτων;
Η αναβάθμιση του άξονα Αλεξανδρούπολη–Ορμένιο δεν συνιστά απλώς ένα αίτημα τοπικού χαρακτήρα. Πρόκειται για μια παρέμβαση εθνικής σημασίας, με σαφή ευρωπαϊκή διάσταση.
Αφορά την ασφαλή και γρήγορη σύνδεση της Ελλάδας με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και τις αγορές της Κεντρικής Ευρώπης. Αφορά τη δημιουργία ενός ισχυρού διαδρόμου εμπορευματικών μεταφορών που θα ενισχύσει τη λειτουργία του λιμένα της Αλεξανδρούπολης. Αφορά την ανάπτυξη υποδομών logistics, την προσέλκυση επενδύσεων, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της περιοχής και την αξιοποίηση των νέων γεωοικονομικών ισορροπιών που διαμορφώνονται στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Κυρίως όμως αφορά την αποκατάσταση μιας διαχρονικής εκκρεμότητας απέναντι στον Έβρο.
Διότι ένας άξονας που σχεδιάστηκε το 1992 ως αυτοκινητόδρομος διεθνών προδιαγραφών, για να αποτελέσει τη νότια πύλη ενός πανευρωπαϊκού διαδρόμου, δεν μπορεί να παραμένει επί τρεις δεκαετίες ένα ανολοκλήρωτο έργο.
Η αναβάθμισή του δεν είναι πολυτέλεια. Είναι αναπτυξιακή αναγκαιότητα, εθνική επιλογή και στρατηγική επένδυση για την Ελλάδα των επόμενων δεκαετιών. Η πολιτεία, παρεμβαίνοντας στην κοινοπραξία, οφείλει να αποδείξει έμπρακτα το ενδιαφέρον της.
Ο.Ρ.

scroll to top