Αν θέλουμε ο Έβρος να πάψει να είναι «περαστικός προορισμός» και να εξελιχθεί σε πραγματικό τουριστικό πυλώνα της Βόρειας Ελλάδας, τότε απαιτούνται ξεκάθαρες τομές.
Την ώρα που ο Έβρος επιχειρεί –και δικαίως– να εδραιωθεί ως ένας ανερχόμενος τουριστικός προορισμός, προσελκύοντας χιλιάδες επισκέπτες από την Τουρκία αλλά και άλλες περιοχές, η πραγματικότητα της Κυριακής του Πάσχα λειτούργησε ως ένα σκληρό τεστ. Και το αποτέλεσμα δεν ήταν απλώς απογοητευτικό· ήταν αποκαλυπτικό.
Σε Αλεξανδρούπολη, Σουφλί, Διδυμότειχο και Ορεστιάδα, η εικόνα ήταν σχεδόν κοινή: δεκάδες –αν όχι εκατοντάδες– επισκέπτες αναζητούσαν μάταια ένα ανοιχτό κατάστημα εστίασης. Τα περισσότερα εστιατόρια, ταβέρνες και ψησταριές παρέμειναν κλειστά, σε μια από τις πιο «ζωντανές» ημέρες του χρόνου. Και όσα ελάχιστα λειτούργησαν, βρέθηκαν αντιμέτωπα με μια αδύνατη εξίσωση: μεγάλη ζήτηση, περιορισμένη δυνατότητα εξυπηρέτησης.
Η εικόνα αυτή δεν είναι απλώς ένα περιστατικό κακής οργάνωσης. Είναι η αντανάκλαση μιας βαθύτερης παθογένειας: της αντίφασης ανάμεσα στη στρατηγική στόχευση για τουριστική ανάπτυξη και στη νοοτροπία που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τον τουρισμό ως κάτι ευκαιριακό και όχι ως βασικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας.
Διότι δεν μπορείς να επενδύεις επί δεκαετίες εκατομμύρια ευρώ σε καμπάνιες, υποδομές και δράσεις εξωστρέφειας και, την ίδια στιγμή, να μην έχεις διασφαλίσει το πιο στοιχειώδες: ότι ο επισκέπτης θα βρει ένα τραπέζι να καθίσει. Ο τουρισμός δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι εμπειρία. Και η εμπειρία αυτή ξεκινά από τα βασικά.
Το πρόβλημα δεν είναι –μόνο– επιχειρηματικό. Είναι συλλογικό. Είναι θέμα κουλτούρας, συντονισμού και στρατηγικής αντίληψης. Σε περιοχές που έχουν αποφασίσει να επενδύσουν σοβαρά στον τουρισμό, τέτοιες ημέρες δεν θεωρούνται «αργίες». Θεωρούνται ευκαιρίες. Υπάρχει προετοιμασία, συνεννόηση, σχεδιασμός. Υπάρχει η στοιχειώδης κατανόηση ότι όταν έρχεται ο επισκέπτης, η τοπική οικονομία οφείλει να είναι παρούσα.
Στον Έβρο, όμως, φαίνεται πως ακόμη δεν έχουμε απαντήσει στο βασικό ερώτημα: θέλουμε πραγματικά τουρισμό; Και αν ναι, με ποιους όρους;
Διότι η εικόνα της Κυριακής του Πάσχα δεν πλήττει μόνο την τοπική αγορά της μιας ημέρας. Πλήττει την αξιοπιστία του προορισμού. Ο επισκέπτης που δεν εξυπηρετείται, δεν επιστρέφει εύκολα. Και –ακόμη χειρότερα– μεταφέρει την εμπειρία του.
Αν θέλουμε ο Έβρος να πάψει να είναι «περαστικός προορισμός» και να εξελιχθεί σε πραγματικό τουριστικό πυλώνα της Βόρειας Ελλάδας, τότε απαιτούνται ξεκάθαρες τομές:
Πρώτον, συντονισμός μεταξύ Δήμων, επαγγελματιών και φορέων, με σαφή σχεδιασμό για ημέρες αιχμής.
Δεύτερον, κίνητρα για λειτουργία επιχειρήσεων σε περιόδους υψηλής ζήτησης.
Τρίτον, αλλαγή νοοτροπίας: ο τουρισμός δεν είναι συμπληρωματική δραστηριότητα – είναι οικονομική στρατηγική.
Και τέταρτον, όταν επενδύονται δημόσιοι πόροι για την τουριστική ανάπτυξη, πρέπει να υπάρχουν μετρήσιμα αποτελέσματα στην πράξη.
Δεν αρκεί να γεμίζουν τα ξενοδοχεία και τα Airbnb για να μιλάμε για τουριστική ανάπτυξη. Ο επισκέπτης δεν ταξιδεύει για να κοιμηθεί απλώς σε ένα δωμάτιο· ταξιδεύει για να ζήσει μια εμπειρία. Και αυτή η εμπειρία καταρρέει όταν βγαίνει στον δρόμο και βρίσκει κατεβασμένα ρολά. Η διαμονή χωρίς εστίαση, χωρίς αγορά, χωρίς ζωή, είναι μισός τουρισμός – και μισός τουρισμός σημαίνει χαμένη ευκαιρία. Αν δεν λειτουργήσουν όλα συνδυαστικά –εστίαση, καταστήματα, υπηρεσίες, τοπικοί φορείς– τότε απλώς φιλοξενούμε κόσμο, δεν τον κρατάμε. Και ο τουρισμός δεν μετριέται με διανυκτερεύσεις, αλλά με το αποτύπωμα που αφήνει στην τοπική οικονομία.
Ο Έβρος έχει όλα τα πλεονεκτήματα: γεωγραφική θέση, φυσικό πλούτο, πολιτιστική ταυτότητα και αυξανόμενο ενδιαφέρον από γειτονικές αγορές. Αυτό που λείπει δεν είναι οι δυνατότητες. Είναι η συνέπεια και η αλλαγή στην νοοτροπία υποστήριξης και στην παροχή υπηρεσιών του τουριστικού ρεύματος.
Γιατί ο τουρισμός δεν χτίζεται με λόγια. Χτίζεται με ανοιχτές πόρτες. Και –τουλάχιστον την Κυριακή του Πάσχα– αυτές έλειπαν…
Ο.Ρ.

